Etymograph > Indo-European > Ancient Greek > Corpus

Il. 24.217-246

Τὴν
dem.acc.sg.f
δ’
<?>
αὖτε
again
προσέειπε
address.aor.3sg
γέρων
old man
Πρίαμος
Πρίαμος
θεοειδής·
divine in form
μή
not
μ’
<?>
ἐθέλοντ’
want.ptcp.acc.sg.m
ἰέναι
come, go.inf
κατερύκανε,
delay.ipv.2sg
μὴ
not
δέ
<?>
μοι
<?>
αὐτὴ
<?>
ὄρνις
bird
ἐνὶ
in
μεγάροισι
large room.dat.pl
κακὸς
bad
πέλευ·
<?>
οὐδέ
but not
με
<?>
πείσεις.
<?>
εἰ
if
μὲν
on one hand
γάρ
because
τίς
someone
μ’
<?>
ἄλλος
another
ἐπιχθονίων
earthly.gen.pl.m
ἐκέλευεν,
urge.ipf.3sg

or
οἳ
dem.nom.pl.m
μάντιές
<?>
εἰσι
be.pres.3pl
θυοσκόοι
<?>

or
ἱερῆες,
<?>
ψεῦδός
<?>
κεν
<?>
φαῖμεν
say.opt.1pl
καὶ
and
νοσφιζοίμεθα
turn away.opt.mp.1pl
μᾶλλον·
more
rather
νῦν
now
δ’,
<?>
αὐτὸς
<?>
γὰρ
because
ἄκου-σα
hear-aor.1sg
θεοῦ
god.gen.sg
καὶ
and
ἐσέδρακον
<?>
ἄντην,
<?>
εἶμι
come, go
καὶ
and
οὐχ
<?>
ἅλιον
fruitless.nom.sg.n
ἔπος
<?>
ἔσσεται.
be.fut.3sg
εἰ
if
δέ
<?>
μοι
<?>
αἶσα
fate
τεθνάμεναι
die.pf.inf
παρὰ
beside
νηυσὶν
<?>
Ἀχαιῶν
<?>
χαλκοχιτώνων
<?>
βούλομαι·
<?>
αὐτίκα
at once
γάρ
because
με
<?>
κατακτείνειεν
<?>
Ἀχιλλεὺς
<?>
ἀγκὰς
in the arms
ἑλόντ’
<?>
ἐμὸν
<?>
υἱόν,
<?>
ἐπὴν
<?>
γόου
lamentation.gen.sg
ἐξ
<?>
ἔρον
love.acc.sg
εἵην.
<?>

<?>
καὶ
and
φωριαμῶν
chest.gen.pl
ἐπιθήματα
cover.nom.pl
κάλ’
<?>
ἀνέῳγεν·
open.plupf.3pl
ἔνθεν
<?>
δώδεκα
<?>
μὲν
on one hand
περικαλλέας
<?>
ἔξελε
<?>
πέπλους,
<?>
δώδεκα
<?>
δʼ
<?>
ἁπλοΐδας
<?>
χλαίνας,
<?>
τόσσους
<?>
δὲ
<?>
τάπητας,
<?>
τόσσα
<?>
δὲ
<?>
φάρεα
<?>
λευκά,
<?>
τόσους
<?>
δʼ
<?>
ἐπὶ
<?>
τοῖσι
<?>
χιτῶνας.
<?>
χρυσοῦ
<?>
δὲ
<?>
στήσας
<?>
ἔφερεν
<?>
δέκα
<?>
πάντα
<?>
τάλαντα,
<?>
ἐκ
<?>
δὲ
<?>
δύʼ
<?>
αἴθωνας
<?>
τρίποδας,
<?>
πίσυρας
<?>
δὲ
<?>
λέβητας,
<?>
ἐκ
<?>
δὲ
<?>
δέπας
<?>
περικαλλές,
<?>

DEM
οἱ
<?>
Θρῇκες
<?>
πόρον
<?>
ἄνδρες
<?>
ἐξεσίην
<?>
ἐλθόντι
<?>
μέγα
<?>
κτέρας·
<?>
οὐδέ
but not
νυ
<?>
τοῦ
<?>
περ
<?>
φείσατʼ
<?>
ἐνὶ
in
μεγάροις
<?>

<?>
γέρων,
old man
περὶ
<?>
δʼ
<?>
ἤθελε
<?>
θυμῷ
<?>
λύσασθαι
<?>
φίλον
<?>
υἱόν.
<?>

<?>
δὲ
<?>
Τρῶας
<?>
μὲν
on one hand
ἅπαντας
<?>
αἰθούσης
<?>
ἀπέεργεν
<?>
ἔπεσσʼ
<?>
αἰσχροῖσιν
<?>
ἐνίσσων·
<?>
ἔρρετε
<?>
λωβητῆρες
<?>
ἐλεγχέες·
<?>
οὔ
<?>
νυ
<?>
καὶ
and
ὑμῖν
<?>
οἴκοι
<?>
ἔνεστι
<?>
γόος,
lamentation
ὅτι
<?>
μʼ
<?>
ἤλθετε
<?>
κηδήσοντες;
<?>

<?>
ὀνόσασθʼ
<?>
ὅτι
<?>
μοι
<?>
Κρονίδης
<?>
Ζεὺς
<?>
ἄλγεʼ
<?>
ἔδωκε
<?>
παῖδʼ
<?>
ὀλέσαι
<?>
τὸν
<?>
ἄριστον;
<?>
ἀτὰρ
<?>
γνώσεσθε
<?>
καὶ
and
ὔμμες·
<?>
ῥηΐτεροι
<?>
γὰρ
because
μᾶλλον
more
Ἀχαιοῖσιν
<?>
δὴ
<?>
ἔσεσθε
<?>
κείνου
<?>
τεθνηῶτος
<?>
ἐναιρέμεν.
<?>
αὐτὰρ
<?>
ἔγωγε
<?>
πρὶν
<?>
ἀλαπαζομένην
<?>
τε
<?>
πόλιν
<?>
κεραϊζομένην
<?>
τε
<?>
ὀφθαλμοῖσιν
<?>
ἰδεῖν
<?>
βαίην
<?>
δόμον
<?>
Ἄϊδος
<?>
εἴσω.
<?>