ἢ
orοἳ
dem.nom.pl.mμάντιές
<?>εἰσι
be.pres.3plθυοσκόοι
<?>ἢ
orἱερῆες,
<?> βούλομαι·
<?>αὐτίκα
at onceγάρ
becauseμε
<?>κατακτείνειεν
<?>Ἀχιλλεὺς
<?> ἀγκὰς
in the armsἑλόντ’
<?>ἐμὸν
<?>υἱόν,
<?>ἐπὴν
<?>γόου
lamentation.gen.sgἐξ
<?>ἔρον
love.acc.sgεἵην.
<?> ἔνθεν
<?>δώδεκα
<?>μὲν
on one handπερικαλλέας
<?>ἔξελε
<?>πέπλους,
<?> δώδεκα
<?>δʼ
<?>ἁπλοΐδας
<?>χλαίνας,
<?>τόσσους
<?>δὲ
<?>τάπητας,
<?>
τόσσα
<?>δὲ
<?>φάρεα
<?>λευκά,
<?>τόσους
<?>δʼ
<?>ἐπὶ
<?>τοῖσι
<?>χιτῶνας.
<?>
χρυσοῦ
<?>δὲ
<?>στήσας
<?>ἔφερεν
<?>δέκα
<?>πάντα
<?>τάλαντα,
<?>
ἐκ
<?>δὲ
<?>δύʼ
<?>αἴθωνας
<?>τρίποδας,
<?>πίσυρας
<?>δὲ
<?>λέβητας,
<?>
ἐκ
<?>δὲ
<?>δέπας
<?>περικαλλές,
<?>ὅ
DEMοἱ
<?>Θρῇκες
<?>πόρον
<?>ἄνδρες
<?> ἐξεσίην
<?>ἐλθόντι
<?>μέγα
<?>κτέρας·
<?>οὐδέ
but notνυ
<?>τοῦ
<?>περ
<?> φείσατʼ
<?>ἐνὶ
inμεγάροις
<?>ὃ
<?>γέρων,
old manπερὶ
<?>δʼ
<?>ἤθελε
<?>θυμῷ
<?> λύσασθαι
<?>φίλον
<?>υἱόν.
<?>ὃ
<?>δὲ
<?>Τρῶας
<?>μὲν
on one handἅπαντας
<?> αἰθούσης
<?>ἀπέεργεν
<?>ἔπεσσʼ
<?>αἰσχροῖσιν
<?>ἐνίσσων·
<?>
ἔρρετε
<?>λωβητῆρες
<?>ἐλεγχέες·
<?>οὔ
<?>νυ
<?>καὶ
andὑμῖν
<?> οἴκοι
<?>ἔνεστι
<?>γόος,
lamentationὅτι
<?>μʼ
<?>ἤλθετε
<?>κηδήσοντες;
<?> ἦ
<?>ὀνόσασθʼ
<?>ὅτι
<?>μοι
<?>Κρονίδης
<?>Ζεὺς
<?>ἄλγεʼ
<?>ἔδωκε
<?>
παῖδʼ
<?>ὀλέσαι
<?>τὸν
<?>ἄριστον;
<?>ἀτὰρ
<?>γνώσεσθε
<?>καὶ
andὔμμες·
<?> ῥηΐτεροι
<?>γὰρ
becauseμᾶλλον
moreἈχαιοῖσιν
<?>δὴ
<?>ἔσεσθε
<?> κείνου
<?>τεθνηῶτος
<?>ἐναιρέμεν.
<?>αὐτὰρ
<?>ἔγωγε
<?>
πρὶν
<?>ἀλαπαζομένην
<?>τε
<?>πόλιν
<?>κεραϊζομένην
<?>τε
<?>
ὀφθαλμοῖσιν
<?>ἰδεῖν
<?>βαίην
<?>δόμον
<?>Ἄϊδος
<?>εἴσω.
<?>